Εγώ Όμος Θέλω Ευφραίνεσθαι εις τον Κύριον, Θέλω Χαίρει εις τον Θεόν της Σωτηρίας μου

Αββακούμ 1:1-10

1Μήνυμα του Θεού που δόθηκε στον προφήτη Αββακούμ.

2Ως πότε, Κύριε, θα σου φωνάζω για βοήθεια, κι εσύ δε θα με ακούς; Σου κράζω για την αδικία που επικρατεί, μα εσύ δεν επεμβαίνεις! 3Γιατί κάνεις να βλέπω τόση ανομία; Γιατί παρατηρείς τη δυστυχία χωρίς να κάνεις τίποτα; Καταστροφή και βία με τριγυρίζουν, παντού φιλονικίες και διαμάχες. 4Οι νόμοι μοιάζουν αδρανείς, επικρατεί η αδικία. Ο ασεβής δικαιώνεται σε βάρος του αθώου. Οι αποφάσεις των δικαστών είναι διεστραμμένες.

5Ο Κύριος απαντάει: «Στρέψτε το βλέμμα σας στα έθνη και κοιτάξτε! Θα τα χάσετε, γιατί κάτι στις μέρες σας θα συμβεί, που δε θα το πιστεύατε αν κάποιος σας το διηγόταν. 6Ξεσηκώνω τους Βαβυλώνιους εγώ, αυτό το έθνος το σκληρό κι αδίστακτο, που διασχίζει όλη τη γη, γυρεύοντας να κατακτήσει ξένες χώρες. 7Είναι φοβεροί και τρομεροί· νόμος τους είναι του ισχυρότερου το δίκαιο. 8Ταχύτερα κι απ’ τις λεοπαρδάλεις τ’ άλογά τους, κι απ’ ό,τι οι λύκοι μες στη νύχτα αγριότερα τ’ άλογά τους ιππεύουν· έρχοντ’ από μακριά οι καβαλλαραίοι τους, ορμητικά πετούν σαν τον αετό που ρίχνεται στη λεία του. 9Έτσι κι αυτοί ορμούν στη λεηλασία. Πίσω τους δεν κοιτούν. Συνάζουν αιχμαλώτους σαν την άμμο. 10Τους βασιλιάδες κοροϊδεύουν, τους κυβερνήτες περιγελούν. Κανένα φρούριο δεν τους εντυπωσιάζει, φτιάχνουν κάθε φορά ανάχωμα κι εύκολα το κυριεύουν.

3:17-19

17Κι αν τώρα οι συκιές δεν έχουν πια καρπό,

σταφύλια κι αν δεν δίνουνε τ’ αμπέλια,

κι αν απομένουν άκαρπες οι ελιές

και δε βγαίνουν σοδειές απ’ τα χωράφια,

κι αν πρόβατα δεν έχουν τα μαντριά

και δεν υπάρχουνε βόδια στους στάβλους,

18ωστόσο εγώ θ’ αναγαλλιάζω για τον Κύριο,

θα χαίρομαι γιατί ο Θεός με βοηθάει.

19Ο Κύριος είν’ ο Θεός μου,

είναι η δύναμή μου!

Με κάνει σαν το ελάφι γοργοπόδαρο,

φέρνει τα βήματά μου στις κορφές.

Yet I Will Rejoice in the Lord, I Will Be Joyful in God My Savior